Wednesday, December 24, 2008

Ήρεμες και καλοτάξιδες μέρες...

Με την ελπίδα και την ευχή να έχουμε ήρεμες και καλοτάξιδες μέρες, Χρόνια Πολλά Φωτεινές αγκαλιές σε όλους! Αλεξάνδρα

Thursday, October 02, 2008

Και σε τέτοιες μισό-σκότεινες εποχές,

Πότε πότε τα δειλινά μια όψη

μας κοιτάζει απ'τα βάθη ενός καθρέφτη

σαν κι αυτόν πρέπει η τέχνη τον καθρέφτη

να μας δείχνει την ίδια μας την όψη.

"Ποιητική Τέχνη", τετράστιχο από τον Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899-1986)

(photo by me, rhodes, this summer)

Tuesday, September 16, 2008

Καληνύχτα...

Καληνύχτα και καλό ταξίδι...

Sunday, September 07, 2008

Συνέχεια και τέλος...

Εκεί που ένιωθα ότι έχω πλησιάσει κάποια άλλη διάσταση για πρώτη μου φορά, κάτι με άρπαξε και με οδήγησε σε ένα καταπράσινο, τροπικό δάσος. Έμοιαζε με Ασιατική περιοχή. Από ψηλά το θέαμα ήταν μαγευτικό. Όμως όταν ακούμπησα στη γη, είχε τόση υγρασία που δεν μπορούσα καν να αναπνεύσω. Είχα ήδη ιδρώσει και τα υπερμεγέθη κουνούπια έστηναν τσιμπούσι πάνω στην ασκέπαστη, καλομαθημένη, καλό-αναθρεμμένη επιδερμίδα μου. Κοιτώντας στα δεξιά μου διέκρινα ένα κοριτσάκι με σχιστά μάτια. Φορούσε μια μακριά φούστα, μια ξεπλυμένη μπλούζα ακαθόριστου χρώματος και παπούτσια τουλάχιστον πέντε νούμερα μεγαλύτερα. Με πλησίασε, ήταν χαμογελαστό. Μου άπλωσε το χεράκι της και εγώ το έπιασα. Ήταν σαν να έπιανα χέρι γριάς, τόσο άγριο ήταν. Το βλέμμα μου πλανήθηκε γύρω στο χώρο. Ένα σπίτι που έμοιαζε χειρότερο από το κοτέτσι που έχουμε στο χωριό φιλοξενούσε την οικογένεια… δυο αγοράκια χωρίς εσώρουχα έπαιζαν με ένα ξύλο δίπλα-δίπλα με τα γουρούνια της οικογένειας και λίγες κότες. Πανομοιότυπα σπίτια-παραπήγματα βρίσκονταν το ένα δίπλα στο άλλο. Τα περισσότερα παιδιά κουβαλούσαν νερό σε κουβάδες, έσκαβαν και έκαναν χειρονακτικές εργασίες που κανείς από μας δεν θα τολμούσε να ζητήσει ή να σκεφτεί από ένα παιδί επτά ετών. Δυο-τρία είχαν ξεκλέψει στιγμές ξεγνοιασιάς και κυνηγούσαν ένα βατραχάκι μέσα σε έναν νερόλακκο.

Περίμενα οι σκοτεινές εικόνες να φύγουν και να επιστρέψω στην προηγούμενη ευφορία μου. Όμως βρέθηκα στην Αφρική, δίχως να το καταλάβω. Ένα σκελετωμένο μωρό, ένα αγοράκι μηνών, αφημένο να ακολουθήσει την άγρια μοίρα του πάνω στην σκασμένη από δίψα γη, με τα μεγαλύτερα μάτια που έχω δει ποτέ μου, που το έτρωγαν οι μύγες και η βρώμα, βρέθηκε στο διάβα μου (αυτά τα μάτια έχουν σημαδέψει με πυρωμένο σίδερο την ψυχή μου). Δίπλα του, μια ετοιμοθάνατη γυναίκα με φουσκωμένη κοιλιά με κοίταξε με μάτια που έκλαιγαν χωρίς δάκρυα. Μου είπε όσα δεν χρειάστηκε να ακούσω… και ακόμα περισσότερα. Έχεις νιώσει ποτέ ανίκανος και αδύναμος ταυτόχρονα; Έτσι ήμουν…

Το στομάχι μου σφίχτηκε και άλλο μόλις βρέθηκα στην Ανταρκτική. Νόμιζα ότι δεν θα επέστρεφα ποτέ πίσω… Πανικοβλήθηκα. Κομμάτια πάγων επέπλεαν σαν κομμάτια βούτυρο μέσα σε μια ζεματιστή σούπα. Άλλα έπεφταν σαν λιωμένο παγωτό μέσα στη θάλασσα ντροπιασμένα, άδοξα. Ο ήλιος έκαιγε ανελέητα και οι πάγοι έλιωναν, ενώ τα ζώα όπως οι φώκιες και οι πιγκουίνοι, έβρισκαν θάνατο από τους λιγοστούς ανθρώπους που κυνηγούσαν αδυσώπητα. Άλλα έψαχναν για τροφή, όμως μάταια, δεν έβρισκαν και μετακινούνταν με δυσκολία από κομμάτι σε κομμάτι πάγου.

Δεν μπορούσα να αναπνεύσω.

Η καρέκλα μου εξαφανίστηκε. Ένιωθα να πέφτω, να πέφτω… να πέφτω σε ένα αβυσσαλέο κενό. Τρυπούσα συνεχή στρώματα από σύννεφα, από αόρατα εμπόδια και το έδαφος πλησίαζε απειλητικά πάνω μου όλο και περισσότερο. Ο αέρας ούρλιαζε μέσα στα αυτιά μου και το κρύο μου περόνιαζε το κορμί. Φυσικά η προηγούμενη, σαν σε νιρβάνα ευφορία μου εξαφανίστηκε. Βούλιαζα ιλιγγιωδώς σε μια άβυσσο δίχως τέλος, Κόλαση…

Πάλευα, προφανώς, μέχρι που η αεροσυνοδός με ταρακούνησε: «Όλα καλά; Είστε λίγο ανήσυχη!»

Εγώ ένευσα με κοινωνική ευγένεια «Όχι, όχι ευχαριστώ πολύ. Όλα καλά.»

Στην πραγματικότητα, πονούσε το κορμί μου και το κεφάλι μου… ζαλιζόμουν. Μόλις που είχα καταλάβει που βρισκόμουν! Τότε έστρεψα το κεφάλι μου στο παράθυρο, ξανά. Ο ήλιος βρισκόταν ακριβώς πίσω από το αεροσκάφος. Ήταν απόγευμα και οι ιριδισμοί που έδινε απλόχερα το φωτεινό αστέρι που έδυε είχαν γεμίσει τον ορίζοντα με χρυσές, πορτοκαλιές και μαβιές πινελιές. Πήρα μια βαθιά ανάσα. Φτάναμε και σκέψεις κλωθογύριζαν στο μυαλό μου (θα καταφέρουμε να γυρίσουμε τους δείκτες του ρολογιού πίσω; Θα καταφέρουμε να βοηθήσουμε;).

Έχουν περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια από τότε, ποτέ άλλοτε δεν έχω αισθανθεί τόσο έντονα το ελάχιστο της ύπαρξής μου μέσα στο σύμπαν… Το έζησα με τον καλύτερο και τον χειρότερο τρόπο. Όπως είναι και η ανθρώπινη ύπαρξη. Ικανή για το θεϊκό αλλά και για το κτηνώδες… Όλα όσα ήταν σε ασφαλή απόσταση και μακριά μου με είχαν πλησιάσει τόσο που είχα νιώσει την καυτή ανάσα τους πάνω μου, μέσα μου. Γιατί το είδα; Γιατί σε μένα; Δεν μπορώ να απαντήσω. Και θυμάμαι ακόμα και την παραμικρή λεπτομέρεια αυτής της εμπειρίας. Τα χρώματα, τις μυρωδιές, τα πρόσωπα, τα αγγίγματα, τα συναισθήματα και τις ιδέες. Όλα μέσα μου ακόμα και θα τα κουβαλάω όσο ζω και έχω το λογικό μου. Μετά από αυτό το όνειρο τα καθημερινά είναι μικρότερα και τα ουσιαστικά, πιάνουν μεγαλύτερο χώρο μέσα μου, γύρω μου. Έτσι πρέπει να’ ναι, υποθέτω, τα ταξίδια της ψυχής…

(*) Snakes on a Plane: ‘Φίδια σε αεροπλάνο’, ταινία δράσης/θρίλερ του Χόλυγουντ, παραγωγή 2006, με θέμα φίδια σε ένα αεροπλάνο και πως καταφέρνουν οι επιβάτες να επιβιώσουν (ή όχι)!

(Δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2008, http://www.artbomber.com/items/detail/72/)

/>

photo by me, st. Loukas monastery

Tuesday, September 02, 2008

ΤΑΞΙΔΙ ΑΝΑ-ΨΥΧΗΣ...

Δημοσιεύθηκε στη συλλογή διηγημάτων 'To Ωραιότερο Όνειρο που Είδα' των ηλεκτρονικών εκδόσεων The Artbomber, Μάιος 2008

http://www.artbomber.com/

Το θέμα ήταν ότι είχα φοβηθεί. Ο χώρος του αεροδρομίου ήταν γεμάτος μεταλλικό και γρανιτένιο γκρι, όπως και ο ουρανός εκείνη τη μέρα. Το ζαλισμένο πλήθος περπατούσε στους διαδρόμους, ανάμεσα στα μαγαζιά χωρίς να βλέπει, έμοιαζε να βρίσκεται αλλού το μυαλό του: Σε αυτούς που άφηνε πίσω ή σε αυτούς που θα έβλεπε στο τέλος του προορισμού. Αγχώθηκα ξαφνικά πολύ. Ήθελα να παρατήσω το καυτό τσάι με τον αρωματικό καπνό που λικνίζονταν σαν χορεύτρια μπροστά μου και το, σαν πλαστικό, αρωματισμένο με βούτυρο κρουασάν εκεί και να φύγω τρέχοντας στο κρεβάτι του σπιτιού μου, στην ασφάλεια του πουπουλένιου μου σκεπάσματος. Όμως δεν το έκανα. Ήταν ήδη αργά. Στο Λονδίνο με περίμεναν ραντεβού και επαγγελματικά σεμινάρια κλεισμένα μήνες πριν. Ήπια δυο καυτές γουλιές από το ρόφημα, άφησα με το ζόρι το χέρι που με κρατούσε τρυφερά και σηκώθηκα. Φίλησα και χαιρέτησα με έναν τριπλό κόμπο στο λαιμό και στο στήθος τον σύντροφό μου. Ένιωθα ότι δεν θα τον ξανάβλεπα… Είχα ξεσυνηθίσει να ταξιδεύω μόνη μου! Φόβος και άλλος και άλλος συσσωρεύονταν μέσα μου, τόσος που μου έκοβε την ανάσα.

Πέρασα τον έλεγχο, δεν κουδούνισε τίποτα, ήμουν καθαρή (φυσικά ήταν μια από τις ελάχιστες φορές σε αεροδρόμιο που δεν με έψαξαν και δεν έκαναν την τσάντα μου άνω κάτω!). Βρήκα τον σωστό διάδρομο, Α09, πτήση της Ολυμπιακής Αεροπορίας για Λονδίνο. Κάθισα και προσπάθησα να συγκεντρωθώ στο βιβλίο μου, ‘Καμίνο Ρεάλ’ του Τενεσί Ουίλλιαμς. Ένας αυστηρός γέρος με εκνεύρισε. Μιλούσε τόσο δυνατά που η φωνή του μου τρυπούσε τα αυτιά. Κατανόησα τον φόβο του για τα αεροπλάνα ή την έλλειψη ακοής του, όμως, δεν σταματούσε το γεγονός ότι με ενοχλούσε φρικτά το μέταλλο της φωνής του. Έβαλα μουσική στα αυτιά μου. Επιτέλους, ηρεμία για λίγο… Μέχρι που μια παρέα φοιτητών στα πίσω καθίσματα άρχισε να φωνάζει χειρότερα από πριν! Άρχισαν και εκείνοι να ξορκίζουν τους φόβους τους μιλώντας δυνατά για θρίλερ με πτώσεις αεροπλάνων, βιβλικές καταστροφές μέχρι και το τελευταίο, το «Snakes on a Plane*», όλα αυτά, λίγα λεπτά πριν την απογείωση! Έχοντας όλους αυτούς τους ήχους γύρω μου, παρέμεινα ακίνητη σαν να ήμουν το θήραμα σε ένα κυνήγι μέσα στη ζούγκλα. Γιατί δείλιαζα; Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί φοβόμουν. Ήταν αδιανόητο, εγώ, η, παντός καιρού, ατρόμητη ταξιδιώτισσα, να έχω δεθεί πισθάγκωνα από τις εκατομμύρια αόρατες κλωστές του φόβου.

Αφού η ιλιγγιώδης ταχύτητα του Airbus 340 κόλλησε το σώμα μου προς τα πίσω και αφού ένιωσα ότι ανεβήκαμε σε ασφαλές ύψος, ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά ηπιότερα και επιτέλους άνοιξα τα μάτια μου. Μετά αν και άρχισαν οι αναταράξεις δεν φοβήθηκα, παράξενο, μα δεν μου είχαν μείνει άλλες δυνάμεις για ανησυχία. Το στόμα μου είχε σχεδόν ξεραθεί από την προηγούμενη πολύωρη αγωνία. Και μετά, επιτέλους, χαλάρωσα. Ηρέμησα και χωρίς καν να το καταλάβω, βάρυναν τα μάτια μου. Πετούσαμε στα 11.600 πόδια, ταξιδεύαμε με 798 χιλιόμετρα την ώρα και η εξωτερική θερμοκρασία ήταν -56 βαθμοί, θυμάμαι καλά, ήταν οι τελευταίες ενδείξεις πριν με πάρει ο ύπνος.

Βάρυνα, βυθίστηκα σε έναν ύπνο χωρίς αλήθεια και χωρίς ψέμα. Ήταν σαν να είχα ναρκωθεί από πολύ και γλυκό κρασί. Και μετά, ο ήλιος χάιδεψε σιγά-σιγά και δειλά λίγο από το χέρι μου και μετά την γωνία του δεξιού μου ποδιού και μετά, βιαστικά, απλώθηκε πάνω σε όλο μου το κορμί, φωτίζοντας κάθε μου κύτταρο και κάθε αρτηρία. Το σώμα μου δεν είχε βαρύτητα, ούτε σκοτεινιά. Το αεροπλάνο είχε διαλυθεί, είχε εξαφανιστεί και εγώ ταξίδευα δεμένη πάνω στη θέση μου. Ένα παχουλό σύννεφο με ταξίδευε βιαστικά, ενώ ήμουν λουσμένη στο φως. Τα σύννεφα πολλαπλασιάστηκαν και με πήγαιναν στον προορισμό μου, σαν να τα κατεύθυνε μια ανώτερου είδους νοημοσύνη, απόλυτα ακατανόητη για τη δική μου, μικρή λογική.

Χιλιάδες εύθραυστες αποχρώσεις του λευκού, του ουράνιου μπλε, του λαμπερού ήλιου, σχεδόν με τύφλωναν. Έπεφταν πάνω μου ατόφια τα χρώματα και με σκέπαζαν, αφού εκεί πάνω και εκεί έξω, δεν υπήρχε διύλιση του φωτός και των χρωμάτων (και είχα αφήσει και τα γυαλιά ηλίου στο σκάφος). Όλα ήταν στην απόλυτη μορφή τους. Κρινόλευκοι όγκοι από νέφη με κύκλωναν. Και μέσα μου και γύρω μου άκουγα μια μουσική σιωπή να διηγείται την ωραιότερη μελωδία που είχε ακούσει ποτέ του άνθρωπος. Ήμουν τόσο τυχερή! Ένιωθα για ατελείωτη ώρα, που ίσως τώρα που θυμάμαι, να κράτησε απλά λίγα δευτερόλεπτα, το μεγαλείο της Θεϊκής ύπαρξης. Εκεί που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι κυνικός, κακός, άγριος, παρά μόνο να σκύβει το κεφάλι, γιατί βρίσκεται πολύ κοντά Του. Εκεί που και ο άθεος, νιώθει ότι υπάρχει κάτι πέρα και πάνω από αυτόν... Εκεί λοιπόν, ένιωσα μια ολάκερη αιωνιότητα. Ένιωσα γαλήνη… Περνούσαν από πάνω μου νέφη βροχής, αστραπές, χαλάζι, χιόνι και φως… Όλα αυτά τα γευόμουν και τα δεχόμουν πάνω στο θνητό μου σώμα σαν εξαγνισμό, σαν ξέπλυμα από τα ανθρώπινα, τα τετριμμένα, τα τόσο μικρά και αποπροσανατολιστικά.

(συνεχίζεται)

(photo by my favourite beach in the Korinthian)

Tuesday, July 01, 2008

Όπως έχετε καταλάβει, έχω τόση πίεση που δεν προλαβαίνω καν να γράψω!

Ήδη έκλεισα δύο ολόκληρα χρόνια blogging τον περασμένο Μάιο... Πως περνάει έτσι ο καιρός...

Παραθέτω την ιστορία που έχω γράψει εδώ και καιρό και για κάποιο λόγο έχει μιλήσει στην καρδιά μου.

Εύχομαι να επανέλθω το συντομότερο!

φωτεινές σκέψεις σε όλους όσους έρχονται στο σπιτικό μου! Τον θυμάμαι χρόνια πριν… Καθόταν στην βεράντα, χειμώνα-καλοκαίρι. Και πίσω του η δίφυλλη μπλε πόρτα με το μπρούτζινο χεράκι. Φορούσε πάντα γιλέκο και μισό-τριμμένο μάλλινο παντελόνι. Πίσω του οι δυο λόφοι, σαν να τον προστάτευαν. Ήταν τόσο γέρος που οι ρυτίδες που σχηματίζονταν στο πρόσωπό του, έμοιαζαν με χαραγμένο χάρτη… Μιας χώρας άγνωστης. Ήταν ένας άνδρας μειλίχιος, γεμάτος αισθαντικότητα και αγαθοποιός, όπως έλεγαν όλοι στο χωριό, που αν και χτυπημένος από τη ζωή και τη μοίρα (ή είναι το ίδιο και το αυτό η ζωή και η μοίρα; Τέλος πάντων) αντιμετώπιζε τα πράγματα με κουράγιο εντυπωσιακό. Η αγροικία ήταν παλιά, βασανισμένη από τον χρόνο, έμοιαζε τόσο ταιριαστή με τον ιδιοκτήτη της. Κτίριο με παλιά κεραμίδια, ασπρισμένους τοίχους, μερικές φορές ο κατεστραμμένος σοβάς έδειχνε την στιβαρή πέτρα που στήριζε το κτίριο.

Την πρώτη φορά που τον είχα δει, τέλος Δημοτικού πρέπει να ήμουν, καλοκαίρι ήταν, τον είχα φοβηθεί. Κοιμόταν και εμείς οι ‘σπόροι’ της γειτονιάς είχαμε όρεξη για σκανταλιές. Εγώ ειδικά, είχα πρόσφατα χάσει τον πατέρα μου και δεν με χωρούσε ο τόπος. Ο ουρανός, στιγμιαία, είχε σκεπάσει με το αιθέριο πέπλο του τον καυτό ήλιο. Και εκείνος σαν να το κατάλαβε, άνοιξε τα μάτια του μονομιάς. Και πέτυχε εμένα το βλέμμα του να τον παρατηρώ ανάμεσα από τα ξύλινα κάγκελα. Μάτια τόσο καθαρά και γαλανά, όσο μια καλοκαιρινή μέρα. Ίσως περίμενα μάτια γέρικου, σχεδόν τυφλού σκύλου και βρήκα μάτια παιχνιδιάρη έφηβου. Από τότε άρχισε η διαδικασία γκρεμίσματος των στερεοτύπων που είχα στο μυαλό μου… Να μην πιστεύω αυτό που βλέπουν τα μάτια μου, αλλά αυτό που κρύβει η καρδιά του καθενός που είχα απέναντί μου. «Έλα εδώ εσύ!» ήταν οι πρώτες του κουβέντες με τη βροντερή του, γενναιόδωρη φωνή.

Εγώ είχα χάσει τον πατέρα μου, παππού δεν γνώρισα και εκείνος ήταν μόνος στη ζωή. Ο ένας μας συμπλήρωνε σαν δεκανίκι τον άλλο… Ο ένας σπασμένο πόδι, ο άλλος χέρι. Πότε τα καταφέρναμε να ισορροπούμε, πότε όχι. Αλλά αυτή η ιδιόμορφη, καθημερινή παρέα μας άρεσε. Και τις περισσότερες φορές στη βεράντα. Χειμώνα-Καλοκαίρι. Εκείνος ήταν στη δύση της ζωής του και εγώ στην ανατολή… Η μάνα μου θορυβημένη θετικά από την εξέλιξή μου από μέτριο και αδιάφορο μαθητή σε καλό, ερχόταν πότε να μας φέρει πίττα, πότε να μας φέρει φασόλια-σούπα και ζυμωμένο ψωμί και μας παρατηρούσε σιωπηλά. Μας τάιζε και μας νοιαζόταν και τους δυο. Διάβαζα να περάσω στο Πανεπιστήμιο με δική του προτροπή, αφού στο μεταπολεμικό χωριό μου, το φροντιστήριο ήταν πολυτέλεια. Αλλά εκείνος με έσπρωχνε…

Είχε τελειώσει το Σχολαρχείο, ήξερε να με καθοδηγεί και μου ενέπνεε σιγουριά εκεί που δεν είχα δράμι. «Μόλις γίνεις φοιτητής, ξέχνα τα κοντά παντελονάκια! Κύριος σωστός θέλω να γίνεις. Άνθρωπος καλλιεργημένος! Ότι έχεις στο μυαλό σου ποτέ δεν πρόκειται να στο πάρει κανείς… Εκεί χτίζεις τώρα.» μου έλεγε και με προέτρεπε να συνεχίσω το διάβασμα. Συγκεκριμένα, κάθε απόγευμα πήγαινα εκεί και διάβαζα δυνατά τύπους φυσικής, ενώσεις χημείας, ανώμαλα ρήματα και ουσιαστικά, ιστορία… Και εκείνος εκεί, να με στηρίζει απλά ακούγοντας την ανάγνωσή μου.Αφού πέρασα στο Πανεπιστήμιο, κάτι που για εκείνον ήταν απόλυτα φυσικό, για λίγο, ξέχασα τη μάνα, το χωριό, τους φίλους μου που έμειναν εκεί να καλλιεργούν τα χωράφια και τον κυρ-Γιάννη. Η Αθήνα, η Μητρόπολη ήταν ελκυστική, γεμάτη ήχους, χρώματα, αρώματα, φώτα όλη τη νύχτα, φλερτ, σπουδές… Τόσα πράγματα μπροστά μου και εγώ τόσο άπειρος και διψασμένος...

Εκείνο το βράδυ τον είδα στον ύπνο μου. Είχα να τον δω μήνες ολόκληρους αφού οι μετακινήσεις τότε ακόμα δεν ήταν εύκολες ούτε και τα λεφτά τα ξεκολλούσε η χήρα μάνα μου από τον τοίχο, και το χαρτζιλίκι που έπαιρνα στις οικοδομές όσα σαββατοκύριακα δούλευα μου κάλυπταν προσωπικές ‘πολυτέλειες’ όπως βιβλία, τυρί ναξιώτικο και κανένα μπουκάλι βερμούτ. Ρωτούσα τη μητέρα μου από το τηλέφωνο για εκείνον και εκείνη μου έλεγε ότι του πήγαινε φαγητό, ψωμί, φάρμακα και καραμέλες που τόσο του άρεσαν. Η οικογένειά μου τον είχε ‘υιοθετήσει’. «Έχει καταπέσει Κώστα μου… ο παππούς. Φώναξα και γιατρό προχθές. Δεν τον βλέπω καλά. Εσύ τρως καλά;» Μου είχε πει η μητέρα μου το προηγούμενο Σάββατο που την είχα πάρει.Εκείνο το βράδυ είχαμε μεθύσει με βερμούτ και υποσχέσεις από όμορφες κοπέλες και αδιάκοπο φλερτ με το φεγγάρι και τη θάλασσα. Και είχα αγοράσει και το πρώτο μου πακέτο με τσιγάρα… Άσσος ήταν, του Παπαστράτου. Μαγική νύχτα. Αλλά ξύπνησα στην πρώτη ώρα… Τον είχα δει να έχει έρθει στο φοιτητικό μου, φτωχικό κοινόβιο. Είχε έρθει πάνω από το προσκεφάλι μου, με ακούμπησε, με φίλησε στο μέτωπο και με αποχαιρέτησε. Θυμάμαι ακόμα και ανατριχιάζω με τις κουβέντες του «Εγώ σε είχα σαν γιο και εγγονό μου μαζί. Τους είχα χάσει όλους με την Κατοχή και εσύ με έκανες να θέλω να συμπαθήσω το ανθρώπινο γένος ξανά. Μου χάρισες την αγάπη σου απλόχερα, χωρίς να ζητήσεις τίποτα, μου έδωσες ζωή από τη ζωή σου… Την ευχή μου, αγόρι μου.» και μετά χάθηκε. Η μορφή του έσβηνε σιγά-σιγά. Ξύπνησα με κλάματα.

Το πρωί, ημέρα Κυριακή, πήρα τη μητέρα τηλέφωνο στο μπακάλικο του χωριού. Ώσπου να έρθει η μάνα, ο κυρ-Στάθης μου τα έδωσε τα μαντάτα. «Σου τα είπα Κωστάκη; Ο γέρο-Καιρός*, που φρόντιζε η μάνα σου, ο κυρ-Γιάννης πέθανε…» Εκείνη την ώρα η μάνα του βούτηξε το τηλέφωνο. «Έσβησε… Θα έρθεις;» Με ρώτησε μονάχα. Εγώ μόνο το κεφάλι μου μπορούσα να κουνήσω, καταφατικά.Σήμερα που σας μιλάω είμαι εξήντα ετών… έκανα οικογένεια, παιδιά, άνοιξα επιχείρηση μόνος μου και επιδιώκω να είμαι Άνθρωπος. Άλλες φορές τα καταφέρνω άλλες όχι… Αλλά έχω τις κουβέντες του μέσα μου. Ακόμα και σήμερα ξέρω ότι έχω έναν φύλακα-άγγελο στο πλάι μου…

Όταν η ζωή με αγριεύει με τις κακοτοπιές και τις φουρτούνες της και προσπαθεί να με διαλύσει, εγώ έχω κάπου να πάω… Ανηφορίζω και πάω ακολουθώντας το μονοπάτι στο σπίτι ανάμεσα στους δυο λόφους μέρα καλοκαιρινή και εκεί με περιμένει ο καρδιακός φίλος και θετός παππούς μου να με παρηγορήσει και να με βοηθήσει να βρω τη λύση, μόνος μου… Με τα γαλανά του, καθάρια μάτια να με κοιτά γαλήνια. Γιατί η ζωή μας φέρνει αγγέλους… αρκεί να έχουμε ανοιχτά τα μάτια της ψυχής μας και να τους αφήσουμε να σταθούν πλάι μας.*= αυτό το παρατσούκλι είχε γιατί είχε ζήσει χρόνια και κακουχίες.

(Η ιστορία είναι απόλυτα φανταστική. Απλά σε εποχές βρώμικων χαρακτήρων, εξαθλιωμένων καταστάσεων, αδικίας και υποκρισίας, θεώρησα σημαντικό να διηγηθώ μια απλή και καθαρή ιστορία, την ανθρώπινη ανάγκη για επικοινωνία ψυχής… και το πώς μπορεί κάποιος να αγγίξει την ψυχή ενός παιδιού, ενός ανθρώπου στην εξέλιξή του σε όλα τα επίπεδα).

Thursday, May 15, 2008

Πόσο σου κοστίζει να είσαι αληθινός; Μονόλογος

Τελικά όλα ξεκινούν από την παιδική ηλικία. Από χρώματα, αρώματα, εμπειρίες, εικόνες της πρώτης παιδικής ματιάς.

Θυμάμαι, κάποτε μου έλεγαν, να μην λέω ψέματα.

Τώρα μαθαίνω ότι έξυπνος είναι όχι μόνο αυτός που λέει ψέματα, έξυπνος είναι αυτός που κρύβει την αλήθεια αλλά και αυτός που παραπλανά.

Κάποτε μου έλεγαν να μοιράζομαι τα παιχνίδια μου, να δίνω το παλιό μου σε κάποιον που δεν έχει…

Τώρα έξυπνος είναι όποιος κρατάει και κρύβει και παίρνει και περισσότερα από άλλους.

Τέλος κάποτε μου έμαθαν να βοηθάω και να σέβομαι τους συνανθρώπους μου και ειδικά αυτούς που έχω ανάγκη…

Τώρα είναι βολικότερο ‘αυτούς’ να τους κρύβουμε και να τους θάβουμε πίσω από τοίχους που γράφουν ‘όλα πεντακάθαρα, όπως η συνείδησή μας…’