Monday, March 26, 2007

Τεχνητό Όνειρο...

Εχθές το βράδυ ήταν… ή μήπως όχι; Δεν ξέρω, μερικές φορές είναι σαν να βλέπω από πάντα όνειρα. Σαν να υπάρχουν μέσα στην ψυχή μου και να βγαίνουν ξανά και ξανά, μέχρι να καταλάβω το νόημα, τη σημασία, το κλειδί… Το αστείο, μερικές φορές τα βλέπω ξύπνια… Οραματίζομαι όνειρα ακόμα και μέσα στο μετρό, ενώ περιμένω να ανάψει ένα φανάρι. Μου είναι τόσο εύκολο να αφήνομαι.

Ήμουν λέει σε μια παραλία. Μια τεράστια αμμουδιά, όσο πιάνει το μάτι ανθρώπου. Και μ’ άρεσε που περπατούσα ξυπόλητη καιη ζεστή και φιλική άμμος μου σκέπαζε προστατευτικά τα άκρα, ενώ ο ήλιος και ο άνεμος, οι πανάρχαιες θεϊκές μορφές, φλέρταραν με το λινό μου ρούχο. Τριγύρω μου βουνά σκεπασμένα με χρυσοπράσινες αιωνόβιες ελιές, στητά κυπαρίσσια, μυρωδάτα βάτα, τοπίο τόσο μεσογειακό, τόσο μέσα στις φλέβες μου… Το απόλυτο της στιγμής, του τίποτα και του τώρα…

Η θάλασσα ήταν η δική μου εμμονή, η θρησκεία μου. Έλιωνα τα μάτια μου κοιτάζοντας την να αλλάζει σε δευτερόλεπτα ρότα σύμφωνα με τις επιθυμίες του παιχνιδιάρη ανέμου. Μια συνεχής, αεικίνητη αναζήτηση ήταν το βλέμμα μου πάνω της. Έψαχνα λέει… όσο ζούσα θα είμαι καταδικασμένη να ψάχνω συνεχώς. Αλλά ποτέ δεν θα με κούραζε η αναζήτηση. Θα πέθαινα αν δεν αναζητούσα… και ας ήξερα ότι ποτέ δεν θα τα κατάφερνα. Έπρεπε να ψάχνω χωρίς γιατί, χωρίς λόγο (ή όχι;) .

Κοίταξα και πέρα, στον ορίζοντα, που σχημάτιζε πολιτείες από σύννεφα και ανθρώπους από ομίχλη... 'Επιλογές' ακούστηκε. Ναι, έπρεπε οι επιλογές μου να μην με προδώσουν. Τα λάθη είναι για τους ανθρώπους αλλά όχι για τους άλλους. Δεν έπρεπε να ζω για τους άλλους. Να μην κάνω λάθη εξαιτίας των άλλων. Μόνο τα δικά μου συγχωρούνται από μένα... Και κάθισα να ξαποστάσω σε ένα βράχο που ο ήλιος, η θάλασσα, ο ουρανός και η μάνα-γη είχαν φτιάξει. Και κοιμήθηκα.

Σαν να το ήξερα. Μετά από χρόνια, μήνες, λεπτά, δεν ξέρω πως κυλά ο χρόνος μερικές φορές, η ανθρώπινη εμπειρία δεν μπορεί να το περιγράψει… Ήρθε το πλοίο και έδεσε στο λιμάνι. Κανείς δεν το περίμενε. Ήταν γεμάτο άσπρα πανιά σαν κύκνος κουρασμένος… από το ταξίδι. Μεγαλόπρεπο, με λαμπερά κατάρτια, με χρυσές κουπαστές και καθόλου πλήρωμα. Ήταν λέει για μένα αυτό το σκαρί. Το δώρο μου που το είχα αλλά ποτέ μου δεν το έβλεπα. Η αποθήκη της ψυχής μου. Ήταν το πλοίο που είχε πάνω του τέσσερα κουτιά. Το ένα έγραφε ‘πόνος’, το άλλο ‘πάθος’, το άλλο ‘θάνατος’ και το τελευταίο ‘γέννηση’. Τα στοιχεία που σημάδεψαν και θα σημαδεύουν τη ζωή μου… τη ζωή του καθενός από μας. Συμβολικά ή ουσιαστικά αυτές οι τέσσερις λέξεις θα μας διαλύουν, θα μας αναγεννούν, θα μας ορίζουν… Γιατί αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου, του θνητού. Η υπέροχη μοίρα του, να εξελίσσεται και να μην είναι ποτέ ίδια… με κάθε κόστος.

(φωτογραφία από την Τήνο, ενώ περιμένουμε το πλοίο της επιστροφής - δική μου)

Links to this post:

Create a Link

<< Home